σαπωνοποιία

και σαπουνοποιία, η, Ν [σαπωνοποιός / σαπουνοποιός]
1. το σύνολο τών σαπωνοποιείων
2. η τέχνη και το επάγγελμα τού σαπωνοποιού
3. εργοστάσιο παραγωγής σαπουνιών.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαπωνοποιία — η τέχνη ή βιομηχανία κατασκευής σαπουνιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κρανία — Δικοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των κορνιδών, η επιστημονική ονομασία του οποίου είναι Cornus sanguineα. Πρόκειται για φυλλοβόλο θάμνο, ύψους έως 3 μ., με κοκκινωπά κλαδιά και απλά, αντίθετα, ωοειδή, ακέραια και ελλειψοειδή φύλλα, με μικρό… …   Dictionary of Greek

  • κρανιά — Δικοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των κορνιδών, η επιστημονική ονομασία του οποίου είναι Cornus sanguineα. Πρόκειται για φυλλοβόλο θάμνο, ύψους έως 3 μ., με κοκκινωπά κλαδιά και απλά, αντίθετα, ωοειδή, ακέραια και ελλειψοειδή φύλλα, με μικρό… …   Dictionary of Greek

  • βαμβάκι — Πρόκειται για την κοινή ονομασία με την οποία είναι γνωστά τα είδη του γένους γοσύπιο (gosypium) της οικογένειας των μαλαχιδών ή μαλβιδών, καθώς και οι κλωστικές ίνες που προέρχονται από τα σπέρματά τους (παλαιότερα λεγόταν επίσης βαμπάκι και… …   Dictionary of Greek

  • γιγαρτέλαιο — το έλαιο από γίγαρτα, χρήσιμο στη σαπωνοποιία …   Dictionary of Greek

  • δαφνέλαιο — Λιπαρή ουσία που εξάγεται κατά την έκθλιψη των νωπών καρπών της δάφνης της ευγενούς.Είναι υγρό με κιτρινοπράσινο χρώμα, ευχάριστη οσμή και πικρή γεύση. Έχει ειδικό βάρος 0,932 0,953 gr/cm3, σημείο τήξης περίπου 36° και πήζει στους 24°C. Το δ.… …   Dictionary of Greek

  • δελφινέλαιο — το λάδι από σκουρόχρωμο δελφίνι που χρησιμοποιείται στη σαπωνοποιία και τη βυρσοδεψία. [ΕΤΥΜΟΛ. < δελφίς ( ίνος) + έλαιο. Η λ. δελφινέλαιον μαρτυρείται από το 1842 στον Ξαβέριο Λάνδερερ] …   Dictionary of Greek

  • κητέλαια — τα χημ. ζωικά έλαια που λαμβάνονται από την τήξη τών λιπαρών στιβάδων τών κητωδών, χρήσιμα στη σαπωνοποιία, ως λιπαντικά και, μερικές φορές, στην παρασκευή εδώδιμων λιπών. [ΕΤΥΜΟΛ. < κῆτος + ἔλαια, πληθ. του ελαιον] …   Dictionary of Greek

  • κιτρονελλάλη — η χημ. άκυκλη οργανική ένωση, ισομερής προς τη ροδινάλη, που αποτελεί συστατικό τού κιτρονελλελαίου και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία, στη σαπωνοποιία, στη φαρμακευτική, καθώς και ως εντομοαπωθητικό. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου,… …   Dictionary of Greek

  • κιτρονελλέλαιο — το χημ. αιθέριο έλαιο με ευχάριστη οσμή κίτρου το οποίο παράγεται με απόσταξη τού φυτού κιτρονέλλη και χρησιμοποιείται στην ιατρική, τη σαπωνοποιία, καθώς και ως ζιζανιοκτόνο και εντομοαπωθητικό, αλλ. έλαιο κιτρονέλλης. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.